
Ο όρος διάβρωση αναφέρεται στη σταδιακή επιφανειακή απώλεια οδοντικής ουσίας που προκαλείται από οξέα που δρουν στη στοματική κοιλότητα.
Τις περισσότερες φορές τα οξέα αυτά προσλαμβάνονται με όξινες τροφές και ποτά (λεμόνι, φρούτα, ανθρακούχα αναψυκτικά), ενώ πιο σπάνια προέρχονται από τον ίδιο τον οργανισμό (π.χ. γαστρο-οισοφαγική παλινδρόμηση).
Αποτέλεσμα της διάβρωσης είναι να λεπταίνει σταδιακά η αδαμαντίνη (το σμάλτο) και να αποκαλύπτεται η οδοντίνη, που βρίσκεται εσωτερικά της. Έτσι, το δόντι γίνεται πιο λεπτό και φαίνεται πιο κίτρινο. Πολλές φορές, μπορεί να προκληθεί και ευαισθησία στο κρύο/ζεστό ή στο βούρτσισμα, ενώ σε πιο προχωρημένες καταστάσεις, η ευαισθησία γίνεται έντονος πόνος, και η απώλεια οδοντικής ουσίας είναι τόσο μεγάλη που προκύπτουν ρωγμές ή σπασίματα στο δόντι. Τέλος, εάν η διάβρωση συνεχίζει, είναι δυνατόν να συμβεί και αποκάλυψη του πολφού (του νεύρου) του δοντιού, δηλαδή άμεση επαφή του με το στοματικό περιβάλλον, με τις ανάλογες επώδυνες συνέπειες.
