
Για τη διαδικασία της λεύκανσης χρησιμοποιούνται διάφορες χημικές ουσίες, οι οποίες είναι
δραστικές για τους οδοντικούς ιστούς αλλά και τους μαλακούς ιστούς (γλώσσα, ούλα, βλεννογόνο) του στόματος και για το λόγο αυτό έχει δημιουργηθεί έντονος προβληματισμός για την εφαρμογή τους.
Είναι πολύ σημαντικό να κάνουμε έναν αρχικό διαχωρισμό μεταξύ των λευκαντικών υλικών που χρησιμοποιούνται και προτείνονται από τον οδοντίατρο και άλλων που πωλούνται ακόμη και στο σούπερ μάρκετ. Ερευνητικές μελέτες έχουν αποδείξει ότι το υπεροξείδιο του υδρογόνου και το υπεροξείδιο του καρβαμιδίου που χρησιμοποιούνται στην οδοντιατρική για τη λεύκανση των δοντιών, προκαλούν μια ασήμαντη κλινικά αλλαγή στη μικρομορφολογία της αδαμαντίνης (του σμάλτου), η οποία αλλαγή επανέρχεται πάντα στο φυσιολογικό μετά το πέρας της διαδικασίας της λεύκανσης, χάρη στην ικανότητα του σάλιου να μεταφέρει τα απαραίτητα στοιχεία που θα επανορθώσουν τις αμελητέες αυτές επιφανειακές βλάβες. Αντίθετα, άλλες χημικές ενώσεις, όπως το υποχλωριώδες νάτριο που συχνά περιέχεται στα λευκαντικά μέσα που κυκλοφορούν σε δελεαστικές τιμές στην αγορά, προκαλούν βαθύτερα και μη αναστρέψιμα προβλήματα διάβρωσης της επιφάνειας του δοντιού.
Συνεπώς, η λεύκανση που γίνεται στο οδοντιατρείο ή αυτή που γίνεται στο σπίτι υπό τις οδηγίες του οδοντιάτρου, αποτελούν απόλυτα ασφαλείς διαδικασίες που βοηθούν στη βελτίωση της αισθητικής του χαμόγελου.