
Η πιθανότητα να εμφανίσει ένα παιδί τερηδόνα καθορίζεται από παράγοντες κυρίως περιβαλλοντικούς.
Όπως γνωρίζουμε, η νόσος τερηδόνα εμφανίζεται στα δόντια ως αποτέλεσμα δράσης συγκεκριμένων μικροβίων, τα οποία καταναλώνουν σάκχαρα προς παραγωγή οξέων. Επομένως, ο κύριος παράγοντας υπεύθυνος για την εμφάνισή της είναι αυτή η παρουσία μικροβίων και σακχάρων. Αυτό σημαίνει ότι ο έλεγχος της στοματικής υγιεινής του παιδιού (σωστό βούρτσισμα) και των διαιτητικών συνηθειών του (όχι παρατεταμένη χρήση μπιμπερό, όχι κατανάλωση γλυκών ανά τακτά χρονικά διαστήματα στη διάρκεια της μέρας) αποτρέπουν την εμφάνιση τερηδόνας. Με άλλα λόγια, ένα παιδί που βουρτσίζει σωστά και τρέφεται σωστά δεν εμφανίζει προδιάθεση για τερηδόνα.
Σπανιότερα, όμως, υπάρχουν και κάποιοι γενετικοί παράγοντες που διευκολύνουν την εμφάνιση της τερηδόνας. Σε αυτούς ανήκει το σάλιο και οι ανωμαλίες κατασκευής των δοντιών. Η σύσταση του σάλιου και η ύπαρξή του σε επαρκείς ποσότητες στη στοματική κοιλότητα αποτελούν ασπίδα προστασίας απέναντι στην τερηδόνα. Όταν, λοιπόν, το σάλιο είναι ανεπαρκές σε ποσότητα ή σε ποιότητα, το παιδί γίνεται ευαίσθητο στην εμφάνισή της. Από την άλλη πλευρά, ανωμαλίες των δοντιών που έχουν να κάνουν με διαταραχή της κατασκευής τους, όπως υποπλασία αδαμαντίνης και ατελής αδαμαντινογένεση, διευκολύνουν πολύ την απασβεστίωση των δοντιών και την πρόσβαση των μικροβίων σε βαθύτερα στρώματα, με αποτέλεσμα την πιο εύκολη και γρήγορη προσβολή τους από την τερηδόνα.